Προς νεοαυτοκρατορικό διεθνές σύστημα όχι απλώς πολυπολικό

Κώστας Γρίβας

Θα παραβιάζαμε ανοιχτές θύρες αν λέγαμε ότι σήμερα βρισκόμαστε σε φάση γέννησης ενός νέου διεθνούς συστήματος. Είμαστε ενώπιον μιας νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας στον πλανήτη. Αυτό το νέο, διαμορφούμενο, διεθνές σύστημα δεν είναι απλώς πολυπολικό με τον τρόπο που αντιλαμβανόμασταν το σύστημα που κυριάρχησε στην Ευρώπη από τη Συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648 έως τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε και νεοαυτοκρατορικό. Ως ένα σύστημα φιλόδοξων χωρών, που επενδύουν στο ιστορικό τους βάθος και θέλουν να εξελιχθούν σε αυτοκρατορίες, δηλαδή να ασκούν έλεγχο, ή έστω σοβαρή επίδραση σε μεγάλο εύρος στην περιοχή τους ή και παγκόσμια.

Το βεστφαλιανό εθνοκεντρικό σύστημα διαμορφώθηκε μέσα σε ένα ενοποιημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο και λειτούργησε μέσα σε έναν μικρό χώρο, αποτελούμενο από σχετικά μικρές ως προς την έκτασή τους χώρες (με την εξαίρεση φυσικά της Ρωσίας), οι οποίες, όμως, εν συνόλω, έλεγχαν τον κόσμο δια της ισχύος και επέβαλαν τις αξίες τους, τον πολιτισμό τους και τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα πράγματα, την Ιστορία και τον κόσμο.

Αντιθέτως, σε έναν μεταευρωπαϊκό κόσμο, όπου παίζουν ολοένα και αυξανόμενο ρόλο οι ανερχόμενες δυνάμεις της Ανατολής, οι realpolitik αναγνώσεις είναι μάλλον περιοριστικές και παραπλανητικές. Κι αυτό, επειδή δίνουν έμφαση σε μια κρατικοκεντρική λειτουργία σε ένα ενιαίο εθνοπολιτισμικό πλαίσιο (ίσχυε στο βεστφαλιανό ευρωπαϊκό σύστημα, που όμως δεν υπάρχει σήμερα) και στην ισορροπία δυνάμεων σε έναν γεωγραφικό χώρο μικρών διαστάσεων, με πολλά κράτη να στριμώχνονται σε αυτό.

Στο σημερινό διεθνές σύστημα, οι δυνάμεις της Ανατολής είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους εθνοπολιτισμικά και λειτουργούν σε έναν πολύ διευρυμένο γεωγραφικά χώρο, σε σχέση με την παλαιά Ευρώπη. Επίσης, αντιμετωπίζουν ένα κατά κάποιο τρόπο, γνωσιακό κενό, δεδομένου ότι οι μέχρι πρότινος κυρίαρχες ευρωγενείς αναγνώσεις του κόσμου καταρρέουν. Έτσι, καταφεύγουν σε βαθιά ταυτοτικές πολιτικές. Τοποθετούν την εθνική τους ιδιοπροσωπία και την ιστορική τους ταυτότητα στον πυρήνα της μελλοντικής τους πορείας στο διεθνές σύστημα. Αυτό ενισχύει και τις φιλοδοξίες τους, καθώς και την αίσθηση διαφοροποιήσεως με τους άλλους διεθνείς δρώντες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη δραστική ενίσχυση των δυνατοτήτων τους, την οποία προσφέρει η αλματώδης οικονομική και τεχνολογική τους άνοδος, τις οδηγεί σε νεοαυτοκρατορικές πολιτικές.

Νεοαυτοκρατορικό σύστημα

Το νέο διεθνές σύστημα είναι αχανές σε όλα τα επίπεδα. Και στα υλικά και στα άυλα. Και στα πραγματικά και στα φαντασιακά. Ιδιαίτερα δε στα τελευταία. Ο πραγματικός κόσμος της μεταευρωπαϊκής Ευρασίας προσφέρει πολύ μεγάλο γεωγραφικό εύρος, ενώ ο φαντασιακός πολύ μεγάλο ιστορικό βάθος, ως προς την ανάγνωση του παρελθόντος και τις προοπτικές του μέλλοντος. Επίσης, προσφέρει και “εύρος μέλλοντος” ως προς τις πιθανότητες, δεδομένου ότι οι γραμμικές αναγνώσεις της ιστορίας, οι οποίες αποτελούν προϊόν του χριστιανογενούς πολιτισμού της Δύσης, καταρρέουν.

Έτσι, ανατέλλει η εποχή των πολλαπλών μελλόντων στις διεθνείς σχέσεις και δύει αυτή των “προδιαγεγραμμένων” γραμμικών αναγνώσεων της Ιστορίας. Μαζί με αυτήν ανατέλλει και η εποχή της ανακάλυψης των εθνικών ταυτοτήτων και των μεγάλων γεωπολιτικών φιλοδοξιών, βασισμένων και στις δυνατότητες που προσφέρει η οικονομική ανάπτυξη και οι νέες τεχνολογίες.

Μέσα σε αυτόν τον νέο κόσμο η Δύση δείχνει να έχει στραφεί εναντίον του ίδιου της του εαυτού, διαμέσου μιας πολιτισμικής αυτοάρνησης. Αυτή δεν προέκυψε από ατύχημα, αλλά ως φυσική συνέπεια των αδιέξοδων που προκάλεσε η νοησιαρχία, η βουλησιαρχία και ο ανθρωποθεϊσμός του χριστιανογενούς δυτικού πολιτισμικού παραδείγματος. Μέσα σε αυτόν το νέο κόσμο θα πρέπει να θυμηθούμε πως η σχέση μέλλοντος και παρελθόντος αποτελεί κομβικό στοιχείο για τη γεωπολιτική ταυτότητα και τη λειτουργία μιας χώρας.

Είναι πολύ πιθανόν, λοιπόν, πως μέσα στις επόμενες δεκαετίες, οι χώρες που έχουν ιστορικό βάθος και αυτοκρατορικές μνήμες θα αναζητήσουν αυτοκρατορικές πολιτικές, πάνω στις οποίες θα εδράσουν τις ταυτοτικές τους πολιτικές και το αντίθετο. Το παρελθόν θα στηρίζει το μέλλον και το μέλλον το παρελθόν. Θα μπορούσαμε ίσως να τολμήσουμε να υποστηρίξουμε ότι μέλλον ανήκει στις χώρες, τους λαούς και τα έθνη, που επενδύουν στο παρελθόν τους. Το μέλλον στηρίζεται στο παρελθόν ενώ το παρελθόν αποκτά υπόσταση χάρη στο μέλλον.

Γεωπολιτικό μέλλον και ιστορικό παρελθόν

Το γεωπολιτικό όραμα δίνει υπόσταση και ρόλο στο ιστορικό παρελθόν και το ανάποδο. Το ιστορικό παρελθόν και το γεωπολιτικό μέλλον, λοιπόν, θα πρέπει να ιδωθούν ως μία ενότητα.
Κοντολογίς, η ιστορική ταυτότητα είναι η βάση για μια μελλοντοκεντρική μακρόπνοη στρατηγική. Όσο δε πιο βαθιά είναι τα ιστορικά θεμέλια τόσο πιο στιβαρή η μελλοντική γεωπολιτική κατασκευή που θα χτίσεις πάνω τους.

Συνακόλουθα, η ανάγνωση του χρόνου είναι πολύ σημαντική για τη διαμόρφωση του μελλοντικού διεθνούς συστήματος. Στις επόμενες δεκαετίες, οι χώρες που αρνούνται το παρελθόν τους θα συγκρουστούν με τις χώρες που διεκδικούν το παρελθόν τους. Οι δε χώρες που διεκδικούν το παρελθόν θα διεκδικήσουν και το μέλλον. Ο γραμμικός-εξελικτικός ανοδικός χρόνος της Δύσης, που επιβλήθηκε τους τελευταίους αιώνες, ενδέχεται να οδηγηθεί στην αντιστροφή του. Δηλαδή σε έναν γραμμικό-πτωτικό χρόνο, στραμμένο προς το παρελθόν. Ο ανθρωποκεντρικός χρόνος και κόσμος απειλεί να δώσει τη θέση του σε έναν νεοπαγανιστικό-ενοχικό κόσμο που θα αποδομεί την ίδια την έννοια του ανθρώπου.

Ουσιαστικά έχουμε δύο κόσμους που αλληλεπιδρούν αυτήν τη στιγμή: Από τη μία πλευρά, τον ευρωγενή κόσμο που αρνείται το παρελθόν του και συνακόλουθα και το μέλλον του. Από την άλλη, τον πλουραλιστικό κόσμο που έρχεται, ο οποίος επενδύει στο ιστορικό παρελθόν και πάνω σε αυτό χτίζει τα γεωπολιτικά του οράματα. Και αυτός ο κόσμος δεν θα είναι απλά πολυπολικός. Θα είναι κάτι άλλο. Θα είναι ένας κόσμος χωρών με ισχυρή εθνοκεντρική λειτουργία, ταυτοτική υψηλή στρατηγική και αυτοκρατορικά οράματα και στοχοθετήσεις.

Κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι σήμερα τείνει να διαμορφωθεί ένα υβριδικό και ασύμμετρο παγκόσμιο σύστημα, μέσα στο οποίο αλληλεπιδρούν δύο κόσμοι. Η αλληλεπίδραση αυτή ξεπερνά κατά πολύ τους ανταγωνισμούς (και τις συνέργειες) στην ισχύ, την οικονομία, την τεχνολογία κλπ., δηλαδή στα συνήθη μεθοδολογικά εργαλεία με τα οποία έχουμε μάθει να ερμηνεύουμε και να μελετούμε τις διεθνείς σχέσεις. Είναι πρωτίστως μετάβαση πολιτισμών, με μια πολύ βαθύτερη έννοια από αυτή που λέει ο Χάντιγκτον. Πρόκειται ουσιαστικά για αλλαγή θεμελιωδών κοσμοαντιλήψεων. Της αυτοανάγνωσης του ανθρώπου, της ερμηνείας του κόσμου γύρω του και του χρόνου, των σχέσεων του ανθρώπου με τον κόσμο και τον χρόνο και της ίδιας της έννοιας της Ιστορίας.

Slpress.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.